Creating filtered version of banner image.

blog

Γιατί να πάω σε Ωδείο; Βρίσκω τα πάντα στο διαδίκτυο

Τόσοι μουσικοί, ανάμεσά τους και μερικοί σπουδαίοι, παίζουν χωρίς μουσικές σπουδές, γιατί όχι κι εγώ;

Όταν παίζεις μουσική, μόνος ή σε γκρουπ, το μοναδικό ερώτημα που σ' απασχολεί (ή τουλάχιστον θα' πρεπε) είναι "μ' αρέσει αυτό που παίζω;" Είναι ένα βασανιστικό ερώτημα αλλά πρωταρχικής σημασίας για μια δημιουργική μουσική διαδικασία. Η ικανότητα ν' αποφασίζεις για μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια (όπως πχ "δεν μ' αρέσει αυτή η συγχορδία") είναι μια δημιουργική ικανότητα.

Στα αρχικά στάδια της μουσικής εκπαίδευσης, η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι κυρίως "Εεε... Δεν ξέρω". Με δεδομένη την προσωπική σου ανασφάλεια σχετικά με το αν μια απάντηση που δίνεις είναι "σωστή" ή "λάθος" είναι ήδη δύσκολο να κρίνεις τον εαυτό σου ενώ μαθαίνεις μουσική (οι μικρής ηλικίας μαθητές δεν έχουν αυτό το πρόβλημα). Στηρίζεσαι στο μουσικό σου ένστικτο και στο "γονίδιό" σου τα οποία ενεργοποιεί αυτό που ονομάζουμε μουσικό "ταλέντο". Γενικά μιλώντας, αν συνεχίζεις να αναρωτιέσαι αν σ' αρέσει αυτό που παίζεις, οι απαντήσεις γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρες. Αρχίζεις να ανακαλείς προηγούμενες απαντήσεις στην ίδια ερώτηση και μπορείς να προβλέψεις αν τελικά κάτι θα σου αρέσει ή όχι.

Μ' αυτήν την φαινομενικά απλή (αλλά κατά βάθος εξαιρετικά σύνθετη) διαδικασία κάποιος μαθαίνει να παίζει μουσική χωρίς να γνωρίζει τίποτα από μουσική θεωρία, όπως πχ την ονομασία των φθόγγων, τις κλίμακες, τις συγχορδίες, τα μέτρα κοκ. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τους χρόνους των ρημάτων, τις πτώσεις των ουσιαστικών ή τι είναι το απαρέμφατο για να μπορείς να μιλήσεις μια γλώσσα. Γιατί λοιπόν είναι απαραίτητη η μουσική θεωρία προκειμένου να παίξεις, να "μιλήσεις" μουσική;

Γιατί η γνώση της θεωρίας συντομεύει αποφασιστικά τον χρόνο της μουσικής σου εκπαίδευσης. Όσοι επιμένουν στο ερώτημα "μ' αρέσει αυτό που παίζω;" αναγκάζονται να εφευρίσκουν τον τροχό σε κάθε βήμα της εκπαίδευσής τους. Για παράδειγμα, μη γνωρίζοντας τον δακτυλισμό μιας κλίμακας, προσπαθούν να μαντέψουν δοκιμάζοντας κι αποτυχαίνοντας, με πολλές πιθανότητες λανθασμένων επιλογών. Η μουσική θεωρία ειναι η απόλυτη παράκαμψη στη διαδικασία της μουσικής εκπαίδευσης. Είναι ένα πλαίσιο αναφοράς που ανοίγει τους ορίζοντες και "ξεκλειδώνει" πόρτες που δεν θα ήταν κάν ορατές σε άλλη περίπτωση.

Η πληροφορία είναι δύναμη. Αν κατέχεις την πληροφορία είσαι πληροφορημένος, "δυνατός" μουσικός. Στην εποχή του διαδίκτυου όπου παντού υπάρχουν διαθέσιμες σε όλους μουσικές πληροφορίες, θα περίμενε κανείς ο γενικός δείκτης "μουσικότητας" να είναι ανεβασμένος - σε σχέση με προηγούμενες, προ-διαδικτυακές εποχές, όπου οι πληροφορίες δεν ήταν εύκολα προσβάσιμες ή ήταν καλά φυλαγμένες σε εκπαιδευτικά βιβλία και ιδρύματα. Δεκτό, υπάρχουν εξαιρετικοί, βιρτουόζοι καλλιτέχνες αλλά δεν φαίνεται να ζούμε την χρυσή εποχή της μουσικής, και μάλιστα σε σχέση με παλαιότερες. Κι ακόμη περισσότερο: εφόσον η θεωρία είναι ένα απόλυτο εργαλείο μουσικής εκπαίδευσης και αφθονεί - δωρεάν - στο διαδίκτυο, γιατί τα παραδοσιακά ιδρύματα, οι σχολές και τα Ωδεία, εξακολουθούν να υπάρχουν και να ακμάζουν; Σαφώς υπάρχει ένα ευρύτερο οικονομικό πεδίο προς εξερεύνηση αλλά δεν αλλάζει την συνθήκη σύμφωνα με την οποία η μουσική εκπαίδευση θά 'πρεπε να αγκαλιάσει την ψηφιακή πλατφόρμα όπως το έκανε, για παράδειγμα, η μουσική βιομηχανία. Γιατί το διαδίκτυο δεν σκότωσε την παραδοσιακή μορφή μουσικής εκπαίδευσης;

Όλες οι πληροφορίες, οι οδηγίες για κάποιον που θέλει να μάθει οποιοδήποτε μουσικό όργανο βρίσκονται στο διαδίκτυο, στην πλειοψηφία τους μάλιστα δωρεάν. Αλλά (κι αυτό ειναι ένα μεγάλο "αλλά") η πληροφορία δεν είναι γνώση. Η δυνατότητα να βρίσκεις κάθε πιθανή αναστροφή, παραλλαγή ή μετάλλαξη μιας συγχορδίας ή μιας κλίμακας δεν σημαίνει ότι διαθέτεις την απαραίτητη μυϊκή μνήμη για να την εκτελέσεις πόσο μάλλον την μουσική κρίση για να την χρησιμοποιήσεις σε μια δεδομένη περίσταση. Η μουσική εκπαίδευση στο σύνολό της είναι η διαδικασία της συστηματοποίησης πληροφοριών (από οπουδήποτε κι αν προέρχονται) ώστε, κατ' αυτόν τον τρόπο αξιοποιούμενες, να μετουσιωθούν σε γνώση. Πως αξιολογούμε, "ποσοτικοποιούμε" όμως αυτήν την γνώση;

Σύμφωνα με την Επιστημολογία "γνώση" είναι η "τεκμηριωμένη και αληθής πεποίθηση". Για να πεί λοιπόν κάποιος ότι διαθέτει συγκεκριμένη γνώση πράγματος θα πρέπει να την τεκμηριώσει με κάποιο αποδεικτικό μέσο ή τρόπο, να είναι αληθής και να την πιστεύει. Για παράδειγμα: έστω ότι πιστεύω πως θα βρέξει σε ακριβώς έξη μήνες από σήμερα. Η πεποίθησή μου αυτή δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, ώστε ακόμα κι αν είναι αληθής (αν δηλ όντως βρέξει σε έξη μήνες από σήμερα) δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι το "ήξερα". Επομένως η ισχύς, η δύναμη της γνώσης εξαρτάται από τα τρία αυτά κριτήρια - αποδείξεις, αλήθεια και πίστη.

Οι διαθέσιμες στο διαδίκτυο μουσικές πληροφορίες συνήθως πληρούν τα δύο πρώτα κριτήρια: αποκτώντας εμπειρία σε ανάλογες αναζητήσεις μπορούμε να ελέγξουμε την αξιοπιστία τους και να τις αξιολογήσουμε.

Το τρίτο κριτήριο, την πεποίθηση, θα πρέπει να την θεωρήσουμε ως το μέτρο της εσωτερίκευσης των πληροφοριών: πόσο καλά αφομοιώθηκαν, ώστε ν' αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι μιας μουσικής προσωπικότητας.

Ο συνδυασμός των τριών αυτών στοιχείων είναι από μόνη της μια σύνθετη γνωστική διαδικασία, πόσο μάλλον με όρους διαδικτυακούς. Αυτό δεν εμπόδισε ατρόμητους, αυτοδίδακτους μουσικούς να αντλήσουν πραγματική γνώση απο το ίντερνετ, μαθαίνοντας να σερφάρουν επιλεκτικά και να αξιοποιούν συνδυαστικά πληροφορίες (έγγραφα, βίντεο, ηχητικά ντοκουμέντα, αρχειακό υλικό κοκ). Εσείς πχ αυτή τη στιγμή διαβάζετε αυτό το κείμενο στο διαδίκτυο (και μπράβο σας).

Ωστόσο λόγω του πλήθους των πληροφοριών και της ανυπαρξίας (μιας κάποιας) καθοδήγησης δεν παύει να είναι παρακινδυνευμένο να τις εμπιστευτεί κανείς. Η εμπιστοσύνη είναι η βάση της πίστης, της πεποίθησης και είναι λάθος να εμπιστευτεί κανείς καταρχήν το διαδίκτυο. Οι μαθητές ενός καλού δάσκαλου έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αφομοιώσουν και να πιστέψουν στις πληροφορίες που παίρνουν: προέρχονται κατευθείαν από την πηγή και υπάρχει υπόλογος, με υπογραφή ευθύνης και αυθεντία. Αυτή η εμπιστοσύνη ενισχύει την μουσική τους γνώση.

Αυτός είναι ο λόγος που ο παραδοσιακός τρόπος μουσικής εκπαίδευσης είναι και στην εποχή του διαδικτύου κυρίαρχος, όσο και πριν απ' αυτήν. Εμπνέει εμπιστοσύνη. Αν εμπιστεύεσαι την πληροφορία θα την πιστέψεις, θα αποκτήσεις το τρίτο κριτήριο της γνώσης, την πεποίθηση.

Αλλά η εμπιστοσύνη είναι το μισό της εξίσωσης. Μπορείτε να πιστέψετε εμένα ως συντάκτη ενός κειμένου για την μουσική εκπαίδευση, ένα εκπαιδευτικό βίντεο ή μια μαγνητοσκοπημένη διάλεξη, όπως εμπιστεύεστε την αγαπημένη σας εφημερίδα, μουσικό σταθμό ή δελτίο ειδήσεων. Αν ένα αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο διαθέτει επιγραμμικά σειρά μαθημάτων από διακεκριμένους επιστήμονες, αυτό αποτελεί σαφώς έγκυρη και αξιόπιστη πληροφόρηση και άρα άξια εμπιστοσύνης. Μπορεί να σας εμπνεύσει, να σας καθοδηγήσει, να σας διαφωτίσει. Αλλά:

Διαβάζοντας αυτό το κείμενο έγινες καλύτερος μουσικός σε πρακτικό επίπεδο; Βελτιώθηκε, ωρίμασε το παίξιμό σου ή η μουσική σου κρίση; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική, για δυό λόγους πιστεύω: πρώτον οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές και μόνον αν έτυχε να εντρυφήσεις σε ανάλογα κείμενα, βίντεο κλπ μπορείς να νοηματοδοτήσεις πραγματικά και δεύτερον, αν αντλείς την μόρφωσή σου από άρθρα ή βίντεο στο διαδίκτυο δεν διαθέτεις πραγματικό χρόνο και προσπάθεια γι' αυτά (διακόπτεις, κάνεις παράλληλη εργασία ή δεν συγκεντρώνεσαι πραγματικά - δεν υπάρχει δέος, δεν υπάρχει "τάξη").

Ο θεωρητικά "αγράμματος", αυτοδίδακτος μουσικός που ανέφερα στην αρχή, αυτός που αναρωτιέται συνέχεια "μ' αρέσει αυτό που παίζω;" πιθανόν να ταξιδέψει μακριά στην σταδιοδρομία του μόνον εφόσον διαθέτει πολύ και πραγματικό χρόνο και απαντά στα ανάλογα, δύσκολα ερωτήματα με βάση την μουσική του εμπειρία, το ταλέντο και την άποψή του για το πώς θα έπρεπε να είναι η μουσική. Όμως σε κάθε περίπτωση μπορεί να επισπεύσει την μόρφωσή του (διευρύνοντας τον ορίζοντά του με την ευκαιρία) μέσω της "παράκαμψης" του παραδοσιακού τρόπου εκπαίδευσης. Ακόμα κι έτσι βέβαια, στο βιβλίο του "Outliers" ο Malcom Gladwell εισήγαγε τον δημοφιλή κανόνα των 10.000 ωρών προσπάθειας για να γίνεις κορυφαίος σε οποιοδήποτε πεδίο (αθλητισμός, τέχνες, επιστήμες). 4 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα, 12 μήνες τον χρόνο επί 7 χρόνια. Βαρύ. Και μάλιστα αν σκεφτείς πως όσο η πληροφορία δεν είναι γνώση, άλλο τόσο η γνώση δεν είναι μόρφωση, η μόρφωση δεν είναι παιδεία, η παιδεία δεν είναι σοφία και τίποτε απ' αυτά δεν είναι τέχνη.

Ακόμα κι αν οι πληροφορίες στο διαδίκτυο είναι άφθονες, τεκμηριωμένες και αληθινές δεν μπορούμε να τις "κατεβάσουμε" κατευθείαν στο μυαλό μας και στα χέρια μας, πρέπει να αφομοιωθούν, να γίνουν κτήμα, πίστη. Πρέπει να αποκτήσουμε την πεποίθηση, να διαθέσουμε πραγματικό χρόνο και κόπο. Τώρα κλείστε το αυτό και γυρίστε στην μελέτη σας.

Be the first to respond!

Post a comment

  •